σκανδαλολογικός
•
- που έχει σχέση με τη σκανδαλολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκανδαλολογικός < σκανδαλολόγος / σκανδαλολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκανδαλολογικός | σκανδαλολογική | σκανδαλολογικό |
| Γενική | σκανδαλολογικού | σκανδαλολογικής | σκανδαλολογικού |
| Αιτιατική | σκανδαλολογικό | σκανδαλολογική | σκανδαλολογικό |
| Κλητική | σκανδαλολογικέ | σκανδαλολογική | σκανδαλολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκανδαλολογικοί | σκανδαλολογικές | σκανδαλολογικά |
| Γενική | σκανδαλολογικών | σκανδαλολογικών | σκανδαλολογικών |
| Αιτιατική | σκανδαλολογικούς | σκανδαλολογικές | σκανδαλολογικά |
| Κλητική | σκανδαλολογικοί | σκανδαλολογικές | σκανδαλολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →