σκανταγιάρω
•
- μετρώ το βάθος της θάλασσας ή εξετάζω το βυθό με σκαντάγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκανταγιάρω < σκαντάρι(ο) + -άρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκανταγιάρω | σκανταγιάρεις | σκανταγιάρει | σκανταγιάρουμε | σκανταγιάρετε | σκανταγιάρουν / σκανταγιάρουνε |
| Παρατατικός | σκανταγιάριζα | σκανταγιάριζες | σκανταγιάριζε | σκανταγιάραμε | σκανταγιάρατε | σκανταγιάραν / σκανταγιάρανε / σκανταγιάριζαν |
| Αόριστος | σκανταγιάρισα | σκανταγιάρισες | σκανταγιάρισε | σκανταγιαρίσαμε | σκανταγιαρίσατε | σκανταγιάρισαν / σκανταγιαρίσαν / σκανταγιαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σκανταγιάρω / θα σκανταγιαρίσω | θα σκανταγιάρεις / θα σκανταγιαρίσεις | θα σκανταγιάρει / θα σκανταγιαρίσει | θα σκανταγιάρουμε / θα σκανταγιαρίσουμε | θα σκανταγιάρετε / θα σκανταγιαρίσετε | θα σκανταγιάρουν / θα σκανταγιάρουνε / θα σκανταγιαρίσουν / θα σκανταγιαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκανταγιαρίσει | έχεις σκανταγιαρίσει | έχει σκανταγιαρίσει | έχουμε σκανταγιαρίσει | έχετε σκανταγιαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκανταγιαρίσει | είχες σκανταγιαρίσει | είχε σκανταγιαρίσει | είχαμε σκανταγιαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκανταγιαρίσει / να σκανταγιάρω / να σκανταγιαρίσω | να έχεις σκανταγιαρίσει / να σκανταγιάρεις / να σκανταγιαρίσεις | να έχει σκανταγιαρίσει / να σκανταγιάρει / να σκανταγιαρίσει | να έχουμε σκανταγιαρίσει / να σκανταγιάρουμε / να σκανταγιαρίσουμε | να έχετε σκανταγιαρίσει / να σκανταγιάρετε / να σκανταγιαρίσετε | να σκανταγιάρουν / να σκανταγιάρουνε / να σκανταγιαρίσουν / να σκανταγιαρίσουνε |
| Προστακτική | — | σκανταγιάριζε / σκανταγιάρισε | — | — | σκανταγιάρετε / σκανταγιαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →