Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκανταγιάρω

/skan.daˈʝa.ɾo/ρήμα
•
  1. μετρώ το βάθος της θάλασσας ή εξετάζω το βυθό με σκαντάγιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκανταγιάρω < σκαντάρι(ο) + -άρω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσκανταγιάρωσκανταγιάρειςσκανταγιάρεισκανταγιάρουμεσκανταγιάρετεσκανταγιάρουν / σκανταγιάρουνε
Παρατατικόςσκανταγιάριζασκανταγιάριζεςσκανταγιάριζεσκανταγιάραμεσκανταγιάρατεσκανταγιάραν / σκανταγιάρανε / σκανταγιάριζαν
Αόριστοςσκανταγιάρισασκανταγιάρισεςσκανταγιάρισεσκανταγιαρίσαμεσκανταγιαρίσατεσκανταγιάρισαν / σκανταγιαρίσαν / σκανταγιαρίσανε
Μέλλονταςθα σκανταγιάρω / θα σκανταγιαρίσωθα σκανταγιάρεις / θα σκανταγιαρίσειςθα σκανταγιάρει / θα σκανταγιαρίσειθα σκανταγιάρουμε / θα σκανταγιαρίσουμεθα σκανταγιάρετε / θα σκανταγιαρίσετεθα σκανταγιάρουν / θα σκανταγιάρουνε / θα σκανταγιαρίσουν / θα σκανταγιαρίσουνε
Παρακείμενοςέχω σκανταγιαρίσειέχεις σκανταγιαρίσειέχει σκανταγιαρίσειέχουμε σκανταγιαρίσειέχετε σκανταγιαρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σκανταγιαρίσειείχες σκανταγιαρίσειείχε σκανταγιαρίσειείχαμε σκανταγιαρίσει——
Υποτακτικήνα έχω σκανταγιαρίσει / να σκανταγιάρω / να σκανταγιαρίσωνα έχεις σκανταγιαρίσει / να σκανταγιάρεις / να σκανταγιαρίσειςνα έχει σκανταγιαρίσει / να σκανταγιάρει / να σκανταγιαρίσεινα έχουμε σκανταγιαρίσει / να σκανταγιάρουμε / να σκανταγιαρίσουμενα έχετε σκανταγιαρίσει / να σκανταγιάρετε / να σκανταγιαρίσετενα σκανταγιάρουν / να σκανταγιάρουνε / να σκανταγιαρίσουν / να σκανταγιαρίσουνε
Προστακτική—σκανταγιάριζε / σκανταγιάρισε——σκανταγιάρετε / σκανταγιαρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →