Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκαπανέας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπρόσωπο που εργάζεται με τη σκαπάνη, που έχει ως κύριο εργαλείο της δουλειάς του τη σκαπάνη, σκαφτιάς Βικιλεξικό
  2. στρατιωτικός όροςειδικότητα στο στρατό ξηράς, κυρίως στο Μηχανικό Βικιλεξικό
    • στη μονάδα υπήρχαν και δύο σκαπανείς Πεζικού
  3. συνεκδοχικάστρατιώτης του Μηχανικού Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάπρωτοπόρος, αυτός που ανοίγει δρόμους σε έναν τομέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκαπανέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκαπανεύς (σκαφτιάς) < σκαπάνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκαπανέαςσκαπανείς
Γενικήσκαπανέα / σκαπανέωςσκαπανέων
Αιτιατικήσκαπανέασκαπανείς
Κλητικήσκαπανέασκαπανείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →