σκαπτικός
•
- που σχετίζεται με το σκάψιμο ή που χρησιμοποιείται για αυτό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσκαπτικά: η αμοιβή για της υπηρεσίες σκαψίματος Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσκαπτικό: το έντομο που αφήνει τα αυγά του σε στοές που σκάβει το ίδιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαπτικός < σκάπτ(ω) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαπτικός | σκαπτική | σκαπτικό |
| Γενική | σκαπτικού | σκαπτικής | σκαπτικού |
| Αιτιατική | σκαπτικό | σκαπτική | σκαπτικό |
| Κλητική | σκαπτικέ | σκαπτική | σκαπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαπτικοί | σκαπτικές | σκαπτικά |
| Γενική | σκαπτικών | σκαπτικών | σκαπτικών |
| Αιτιατική | σκαπτικούς | σκαπτικές | σκαπτικά |
| Κλητική | σκαπτικοί | σκαπτικές | σκαπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →