Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκαρί

/skaˈɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυπηγικός όροςπλατφόρμα ναυπηγείου πάνω στην οποία κατασκευάζεται ή επισκευάζεται πλοίο Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςο σκελετός πλοίου Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάκαραβάκι, βαρκούλα, κ.λπ. Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη σωματική διάπλαση Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάτο ποιόν, ο χαρακτήρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκαρί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκαρίον < σχαρίον < ελληνιστική κοινή ἐσχάριον, ἐσχαρεῖον (πλατφόρμα) υποκοριστικό του < αρχαία ελληνική ἐσχάρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκαρίσκαριά
Γενικήσκαριούσκαριών
Αιτιατικήσκαρίσκαριά
Κλητικήσκαρίσκαριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →