σκαρί
•
- ναυπηγικός όροςπλατφόρμα ναυπηγείου πάνω στην οποία κατασκευάζεται ή επισκευάζεται πλοίο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςο σκελετός πλοίου Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάκαραβάκι, βαρκούλα, κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάη σωματική διάπλαση Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο ποιόν, ο χαρακτήρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαρί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκαρίον < σχαρίον < ελληνιστική κοινή ἐσχάριον, ἐσχαρεῖον (πλατφόρμα) υποκοριστικό του < αρχαία ελληνική ἐσχάρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαρί | σκαριά |
| Γενική | σκαριού | σκαριών |
| Αιτιατική | σκαρί | σκαριά |
| Κλητική | σκαρί | σκαριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →