σκαρίζω
•
- μεταβατικόβγάζω τα πρόβατα ενώ είναι νύχτα, για νυχτερινή βοσκή ή νωρίς το πρωί Βικιλεξικό
- αμετάβατοβγαίνω για βοσκή ενώ είναι νύχτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαρίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκαρίζω | σκαρίζεις | σκαρίζει | σκαρίζουμε | σκαρίζετε | σκαρίζουν / σκαρίζουνε |
| Παρατατικός | σκάριζα | σκάριζες | σκάριζε | σκαρίζαμε | σκαρίζατε | σκάριζαν / σκαρίζαν / σκαρίζανε |
| Αόριστος | σκάρισα | σκάρισες | σκάρισε | σκαρίσαμε | σκαρίσατε | σκάρισαν / σκαρίσαν / σκαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σκαρίζω / θα σκαρίσω | θα σκαρίζεις / θα σκαρίσεις | θα σκαρίζει / θα σκαρίσει | θα σκαρίζουμε / θα σκαρίσουμε | θα σκαρίζετε / θα σκαρίσετε | θα σκαρίζουν / θα σκαρίζουνε / θα σκαρίσουν / θα σκαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκαρίσει | έχεις σκαρίσει | έχει σκαρίσει | έχουμε σκαρίσει | έχετε σκαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκαρίσει | είχες σκαρίσει | είχε σκαρίσει | είχαμε σκαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκαρίσει / να σκαρίζω / να σκαρίσω | να έχεις σκαρίσει / να σκαρίζεις / να σκαρίσεις | να έχει σκαρίσει / να σκαρίζει / να σκαρίσει | να έχουμε σκαρίσει / να σκαρίζουμε / να σκαρίσουμε | να έχετε σκαρίσει / να σκαρίζετε / να σκαρίσετε | να σκαρίζουν / να σκαρίζουνε / να σκαρίσουν / να σκαρίσουνε |
| Προστακτική | — | σκάριζε / σκάρισε | — | — | σκαρίζετε / σκαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →