σκαρίφημα
•
- πρόχειρο και γρήγορο σχέδιο ή σχεδίασμα, με το οποίο αποδίδονται συνοπτικά τα βασικά χαρακτηριστικά ενός θέματος, συνήθως ως αρχικό στάδιο πριν από την οριστική επεξεργασία Βικιλεξικό
- σκαρίφημα διαδρομής, σκαρίφημα μορφής
- κατ’ επέκτασηη πρώτη ιδέα ή η πρόχειρη καταγραφή των κύριων στοιχείων λογοτεχνικού ή άλλου έργου Βικιλεξικό
- σκαρίφημα ποιήματος, σκαρίφημα μυθιστορήματος
Ετυμολογία
σκαρίφημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκαρίφημα < αρχαία ελληνική σκαριφάομαι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαρίφημα | σκαριφήματα |
| Γενική | σκαριφήματος | σκαριφημάτων |
| Αιτιατική | σκαρίφημα | σκαριφήματα |
| Κλητική | σκαρίφημα | σκαριφήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →