σκαρπίνι
•
- υπόδησηχαμηλό παπούτσι με κορδόνια, που αφήνει ακάλυπτους τους αστραγάλους Βικιλεξικό
- 1888 Σοφοκλῆς Καρύδης, Ἡ κυρία Τριγκιτράγκα
Ετυμολογία
σκαρπίνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκαρπίνι < ιταλική scarpini (μπότες, παπούτσια)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαρπίνι | σκαρπίνια |
| Γενική | σκαρπινιού | σκαρπινιών |
| Αιτιατική | σκαρπίνι | σκαρπίνια |
| Κλητική | σκαρπίνι | σκαρπίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →