σκαρώνω
•
- ασχολούμαι με την εκτέλεση έργου Βικιλεξικό
- μεταφορικάσχεδιάζω κάτι κρυφά, βιαστικά ή ύπουλα Βικιλεξικό
- Τί σκαρώνει άραγε;
- Κάτι βρώμικο σκαρώνεται.
- φτιάχνω κάτι γρήγορα και πρόχειρα Βικιλεξικό
- παρωχημένοβάζω πλεούμενο σε σκαρί για να το επισκευάσω ή αρχίζω την κατασκευή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαρώνω < σκαρί + -ώνω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκαρώνω | σκαρώνεις | σκαρώνει | σκαρώνουμε | σκαρώνετε | σκαρώνουν / σκαρώνουνε |
| Παρατατικός | σκάρωνα | σκάρωνες | σκάρωνε | σκαρώναμε | σκαρώνατε | σκάρωναν / σκαρώναν / σκαρώνανε |
| Αόριστος | σκάρωσα | σκάρωσες | σκάρωσε | σκαρώσαμε | σκαρώσατε | σκάρωσαν / σκαρώσαν / σκαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα σκαρώνω / θα σκαρώσω | θα σκαρώνεις / θα σκαρώσεις | θα σκαρώνει / θα σκαρώσει | θα σκαρώνουμε / θα σκαρώσουμε | θα σκαρώνετε / θα σκαρώσετε | θα σκαρώνουν / θα σκαρώνουνε / θα σκαρώσουν / θα σκαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκαρώσει | έχεις σκαρώσει | έχει σκαρώσει | έχουμε σκαρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκαρώσει | είχες σκαρώσει | είχε σκαρώσει | είχαμε σκαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκαρώσει / να σκαρώνω / να σκαρώσω | να έχεις σκαρώσει / να σκαρώνεις / να σκαρώσεις | να έχει σκαρώσει / να σκαρώνει / να σκαρώσει | να έχουμε σκαρώσει / να σκαρώνουμε / να σκαρώσουμε | να σκαρώνετε / να σκαρώσετε | να σκαρώνουν / να σκαρώνουνε / να σκαρώσουν / να σκαρώσουνε |
| Προστακτική | — | σκάρωνε / σκάρωσε | — | — | σκαρώνετε / σκαρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκαρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →