Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκασιάρχης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που κάνει σκασιαρχείο, που το σκάει από το σχολείο, τη δουλειά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκασιάρχης < σκάω + -άρχης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκασιάρχηςσκασιάρχες
Γενικήσκασιάρχησκασιαρχών
Αιτιατικήσκασιάρχησκασιάρχες
Κλητικήσκασιάρχησκασιάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →