σκασιάρχης
•
- αυτός που κάνει σκασιαρχείο, που το σκάει από το σχολείο, τη δουλειά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκασιάρχης < σκάω + -άρχης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκασιάρχης | σκασιάρχες |
| Γενική | σκασιάρχη | σκασιαρχών |
| Αιτιατική | σκασιάρχη | σκασιάρχες |
| Κλητική | σκασιάρχη | σκασιάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →