σκασμένος
•
- που έχει σκάσει, εκραγεί ή ξεφουσκώσει βίαια Βικιλεξικό
- ένα σκασμένο λάστιχο, ένα σκασμένο μπαλόνι
- πολύ στενοχωρημένος ή εκνευρισμένος Βικιλεξικό
- άσε με, μου χάλασε πάλι το αυτοκίνητο και είμαι σκασμένος
- χαρακτηρισμός για κάποιον, συνήθως παιδί, που το θεωρούμε ίσως ενοχλητικό αλλά χαριτωμένο Βικιλεξικό
- βρε τα σκασμένα τα διαβολόπαιδα, τι πήγανε πάλι και σκαρώσανε
Ετυμολογία
σκασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου σκάω, σκάζω
Άλλοι τύποι
σκασμένασκασμένεσκασμένεςσκασμένησκασμένηςσκασμένοσκασμένοισκασμένοςσκασμένουσκασμένουςσκασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →