Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκατά

/skaˈta/επίθετο
•
  1. για πράγμαευτελής, κακής ποιότητας, αηδιαστικός Βικιλεξικό
    • Λοιπόν, για να τελειώνουμε: πατάτες και κατσαρόλα= σκατά φαγητό. Αν χρησιμοποιείς αυτόν τον συνδιασμό και σου λένε ότι το φαγητό σου είναι ωραίο, σου λένε ψέματα. — 26. 7. 2021 www.phorum.com.gr, ανακτήθηκε στις 28. 12. 2025
  2. για πρόσωποάχρηστος, πολύ κακός Βικιλεξικό
    • Σκατά διευθυντής είναι αυτός που δεν ξέρει τι γίνεται από κάτω του και δεν ελέγχει τους ομαδάρχες του και δεν εφαρμόζει τα προβλεπόμενα!!! — 12. 4. 2021 forum.4troxoi.gr, ανακτήθηκε στις 28. 12. 2025
    • Ας πούμε εν τάχει ότι ο Πέτρος Σαπουντζής συνοψίζει ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι στο ανθρώπινο είδος: τον τσαρλατανισμό, τον εξυπνακισμό, την ασπλαχνία, την τέχνη να θεωρείς ότι οι καλεσμένοι σου είναι ένα μάτσο σκατά, οι τηλεθεατές σου είναι ένα μάτσο σκατά κι εσύ ο σκατένιος μαέστρος της πιο σκατένιας ορχήστρας... (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

Ετυμολογία

σκατά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκατά.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σκατά

/skaˈta/επίρρημα
•
  1. χυδαίοχάλια, πολύ κακά Βικιλεξικό
    • Πώς πας; —Σκατά, ρε φίλε.

Ετυμολογία

σκατά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκατά.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σκατά

/skaˈta/επιφώνημα
•
  1. για μεγάλη δυσαρέσκεια ή αγανάκτηση Βικιλεξικό
  2. για αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου Βικιλεξικό
    • Λέει ότι θα φύγει στο εξωτερικό —Σκατά!
  3. ως ευχή αποτροπής κακοτυχίας μεταξύ ηθοποιών θεάτρου πριν από παράσταση γιατί υπάρχει η αντίληψη ότι η φράση «καλή επιτυχία» φέρνει την κακοτυχία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκατά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκατά.

Άλλοι τύποι

σκατά!

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →