Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκατένιος

/skaˈte.ɲos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. υβριστικόάθλιος, ελεεινός Βικιλεξικό
    • Ας πούμε εν τάχει ότι ο Πέτρος Σαπουντζής συνοψίζει ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι στο ανθρώπινο είδος: τον τσαρλατανισμό, τον εξυπνακισμό, την ασπλαχνία, την τέχνη να θεωρείς ότι οι καλεσμένοι σου είναι ένα μάτσο σκατά, οι τηλεθεατές σου είναι ένα μάτσο σκατά κι εσύ ο σκατένιος μαέστρος της πιο σκατένιας ορχήστρας... (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

Ετυμολογία

σκατένιος < σκατ(ό) + -ένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκατένιοςσκατένιασκατένιο
Γενικήσκατένιουσκατένιαςσκατένιου
Αιτιατικήσκατένιοσκατένιασκατένιο
Κλητικήσκατένιεσκατένιασκατένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκατένιοισκατένιεςσκατένια
Γενικήσκατένιωνσκατένιωνσκατένιων
Αιτιατικήσκατένιουςσκατένιεςσκατένια
Κλητικήσκατένιοισκατένιεςσκατένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →