σκατιά
•
- προφορικόβρομιά από σκατά Βικιλεξικό
- προφορικόκακές, ανήθικες κ.λπ. πράξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκατιά < σκατό + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκατιά | σκατιές |
| Γενική | σκατιάς | σκατιών |
| Αιτιατική | σκατιά | σκατιές |
| Κλητική | σκατιά | σκατιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →