Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκατιέρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη λεκάνη της τουαλέτας Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτόπος με μεγάλο πρόβλημα ρύπανσης Βικιλεξικό
    • Σκατιέρα έγινε ο Αργοσαρωνικός!
  3. μεταφορικάμη αντικειμενική εφημερίδα, ο κίτρινος τύπος, η παλιοφυλλάδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκατιέρα < σκατά + -ιέρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκατιέρασκατιέρες
Γενικήσκατιέρας—
Αιτιατικήσκατιέρασκατιέρες
Κλητικήσκατιέρασκατιέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →