σκατιέρα
•
- σπάνιοη λεκάνη της τουαλέτας Βικιλεξικό
- μεταφορικάτόπος με μεγάλο πρόβλημα ρύπανσης Βικιλεξικό
- Σκατιέρα έγινε ο Αργοσαρωνικός!
- μεταφορικάμη αντικειμενική εφημερίδα, ο κίτρινος τύπος, η παλιοφυλλάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκατιέρα < σκατά + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκατιέρα | σκατιέρες |
| Γενική | σκατιέρας | — |
| Αιτιατική | σκατιέρα | σκατιέρες |
| Κλητική | σκατιέρα | σκατιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →