σκατούλα
•
- ανεπίσημοκόπρανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκατούλα < σκατ(ό) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκατούλα | σκατούλες |
| Γενική | σκατούλας | — |
| Αιτιατική | σκατούλα | σκατούλες |
| Κλητική | σκατούλα | σκατούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →