Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκατόφατσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χυδαίοκακάσχημος, κακομούτσουνος Βικιλεξικό
  2. χυδαίοχαρακτηρισμός ατόμου που δημιουργεί υπόνοιες ότι ανακατεύεται με επιλήψιμες πράξεις Βικιλεξικό
    • Τι ετοίμαζε ο παλιομαλάκας; Και τι δουλειά είχαν όλες εκείνες οι σκατόφατσες μαζεμένες στην ίδια φωτογραφία με το ρώσικο πουταναριό; Εδώ πρέπει να κρυβόταν το ζουμί όλης της υπόθεσης. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)

Ετυμολογία

σκατόφατσα < σκατό- + φάτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκατόφατσασκατόφατσες
Γενικήσκατόφατσας—
Αιτιατικήσκατόφατσασκατόφατσες
Κλητικήσκατόφατσασκατόφατσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →