Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκαφτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έγινε με σκάψιμο Βικιλεξικό
    • στο γκολφ ο στόχος είναι βάλεις τη μπάλα σε μια σκαφτή τρύπα

Ετυμολογία

σκαφτός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκαφτόςσκαφτήσκαφτό
Γενικήσκαφτούσκαφτήςσκαφτού
Αιτιατικήσκαφτόσκαφτήσκαφτό
Κλητικήσκαφτέσκαφτήσκαφτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκαφτοίσκαφτέςσκαφτά
Γενικήσκαφτώνσκαφτώνσκαφτών
Αιτιατικήσκαφτούςσκαφτέςσκαφτά
Κλητικήσκαφτοίσκαφτέςσκαφτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →