Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεβρός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνώνυμο του σκεβρωμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεβρός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αμαρτύρητο *σκεβρός (< σκεβρώνω < άγνωστης ετυμολογίας)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεβρόςσκεβρήσκεβρό
Γενικήσκεβρούσκεβρήςσκεβρού
Αιτιατικήσκεβρόσκεβρήσκεβρό
Κλητικήσκεβρέσκεβρήσκεβρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεβροίσκεβρέςσκεβρά
Γενικήσκεβρώνσκεβρώνσκεβρών
Αιτιατικήσκεβρούςσκεβρέςσκεβρά
Κλητικήσκεβροίσκεβρέςσκεβρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →