σκεβρώνω
•
- για ξύλαπαραμορφώνομαι, καμπυλώνομαι, λόγω του χρόνου και της υγρασίας Βικιλεξικό
- η πόρτα έχει σκεβρώσει και δεν κλείνει καλά
- μεταφορικάκαμπουριάζω ή έχω μειωμένη κινητικότητα λόγω αρρώστιας, ηλικίας ή καθιστικής ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκεβρώνω < πιθανές εκδοχές: * σκευρώνω < σκευρίον < σκευάριον < αρχαία ελληνική σκεύος * σκαιός
Άλλοι τύποι
σκευρώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →