Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεδασμός

/sce.ðaˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοδιασκόρπιση Βικιλεξικό
  2. φυσικήδιασκόρπιση σωματιδίων ή ακτίνων φωτός κατά το πέρασμά τους μέσα από κάποιο σώμα ή τη σύγκρουσης τους μ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεδασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκεδασμός < αρχαία ελληνική σκεδάννυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκεδασμόςσκεδασμοί
Γενικήσκεδασμούσκεδασμών
Αιτιατικήσκεδασμόσκεδασμούς
Κλητικήσκεδασμέσκεδασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →