Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεπή

/sceˈpi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχιτεκτονικήσκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα. Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάτο σπίτι, η οικία Βικιλεξικό
    • Έτσι τους βρήκε η άνοιξη κάτω από σκεπή δική τους. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου)

Ετυμολογία

σκεπή < ίσως αναδρομικός σχηματισμός: σκεπ(άζω) + -ή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σκέπη

/ˈsce.pi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοκάλυμμα, σκέπασμα Βικιλεξικό
  2. λόγιοη προστασία Βικιλεξικό
    • υπό την σκέπη(ν)
    • Ὁ νέος δήμαρχος ἦτον ἄγαμος, καὶ εἶχεν ἀναλάβει ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν πτερύγων του τὴν δασκάλισσαν, ὡς ξένην καὶ ἀπροστάτευτον νέαν, ἥτις ἐκατοικοῦσεν ἀντικρὺ τῆς οἰκίας του ἀπὸ τὸν ἐπάνω δρόμον, παράλληλον τῆς παραθαλασσίας ἀγορᾶς, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν ἡ οἰκία τοῦ δημάρχου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στρίγγλα Μάννα, 1902)
  3. ενδυμασίαείδος παραδοσιακού καλύμματος της κεφαλής γυναικών ή θαυματουργών εικόνων Βικιλεξικό
  4. βιολογίαλεπτή μεμβράνη που καλύπτει τα εντόσθια των ζώων Βικιλεξικό
  5. σπάνιολεπτή μεμβράνη που καλύπτει το πρόσωπο νεογέννητων μωρών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκέπη < Οι σημασίες 1,2 (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκέπη (σκέπασμα, προστασία). Οι σημασίες 3,4,5 < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκέπη.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκέπη—
Γενικήσκέπης—
Αιτιατικήσκέπη—
Κλητικήσκέπη—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →