Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεπαρνίζω

ρήμα
•
  1. χτυπώ, πελεκώ ή κόβω με σκεπάρνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεπαρνίζω < ελληνιστική κοινή σκεπαρνίζω < αρχαία ελληνική σκέπαρνος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσκεπαρνίζωσκεπαρνίζειςσκεπαρνίζεισκεπαρνίζουμεσκεπαρνίζετεσκεπαρνίζουν / σκεπαρνίζουνε
Παρατατικόςσκεπάρνιζασκεπάρνιζεςσκεπάρνιζεσκεπαρνίζαμεσκεπαρνίζατεσκεπάρνιζαν / σκεπαρνίζαν / σκεπαρνίζανε
Αόριστοςσκεπάρνισασκεπάρνισεςσκεπάρνισεσκεπαρνίσαμεσκεπαρνίσατεσκεπάρνισαν / σκεπαρνίσαν / σκεπαρνίσανε
Μέλλονταςθα σκεπαρνίζω / θα σκεπαρνίσωθα σκεπαρνίζεις / θα σκεπαρνίσειςθα σκεπαρνίζει / θα σκεπαρνίσειθα σκεπαρνίζουμε / θα σκεπαρνίσουμεθα σκεπαρνίζετε / θα σκεπαρνίσετεθα σκεπαρνίζουν / θα σκεπαρνίζουνε / θα σκεπαρνίσουν / θα σκεπαρνίσουνε
Παρακείμενοςέχω σκεπαρνίσειέχεις σκεπαρνίσειέχει σκεπαρνίσειέχουμε σκεπαρνίσειέχετε σκεπαρνίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σκεπαρνίσειείχες σκεπαρνίσειείχε σκεπαρνίσειείχαμε σκεπαρνίσει——
Υποτακτικήνα έχω σκεπαρνίσει / να σκεπαρνίζω / να σκεπαρνίσωνα έχεις σκεπαρνίσει / να σκεπαρνίζεις / να σκεπαρνίσειςνα έχει σκεπαρνίσει / να σκεπαρνίζει / να σκεπαρνίσεινα έχουμε σκεπαρνίσει / να σκεπαρνίζουμε / να σκεπαρνίσουμενα έχετε σκεπαρνίσει / να σκεπαρνίζετε / να σκεπαρνίσετενα σκεπαρνίζουν / να σκεπαρνίζουνε / να σκεπαρνίσουν / να σκεπαρνίσουνε
Προστακτική—σκεπάρνιζε / σκεπάρνισε——σκεπαρνίζετε / σκεπαρνίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →