Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεπαρνιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χτύπημα που καταφέρεται με σκεπάρνι ή το σημάδι που αφήνει ένα τέτοιο χτύπημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεπαρνιά < σκεπάρνι + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκεπαρνιάσκεπαρνιές
Γενικήσκεπαρνιάςσκεπαρνιών
Αιτιατικήσκεπαρνιάσκεπαρνιές
Κλητικήσκεπαρνιάσκεπαρνιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →