σκεπαρνιά
•
- χτύπημα που καταφέρεται με σκεπάρνι ή το σημάδι που αφήνει ένα τέτοιο χτύπημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκεπαρνιά < σκεπάρνι + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκεπαρνιά | σκεπαρνιές |
| Γενική | σκεπαρνιάς | σκεπαρνιών |
| Αιτιατική | σκεπαρνιά | σκεπαρνιές |
| Κλητική | σκεπαρνιά | σκεπαρνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →