Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεπαστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σκεπασμένος, προστατευμένος από σκεπή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεπαστός < (ελληνιστική κοινή) σκεπαστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεπαστόςσκεπαστήσκεπαστό
Γενικήσκεπαστούσκεπαστήςσκεπαστού
Αιτιατικήσκεπαστόσκεπαστήσκεπαστό
Κλητικήσκεπαστέσκεπαστήσκεπαστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεπαστοίσκεπαστέςσκεπαστά
Γενικήσκεπαστώνσκεπαστώνσκεπαστών
Αιτιατικήσκεπαστούςσκεπαστέςσκεπαστά
Κλητικήσκεπαστοίσκεπαστέςσκεπαστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →