Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου σκέφτεται, που προβληματίζεται Βικιλεξικό
    • Μου φαίνεσαι σκεπτικός. Τι σε προβληματίζει;
  2. φιλοσοφίαπου έχει σχέση με τον σκεπτικισμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοσκεπτικός: οπαδός του σκεπτικισμού Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοσκεπτικό: η διαδικασία σκέψης που οδηγεί στη λήψη μιας απόφασης, ό,τι την αιτιολογεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεπτικός < ελληνιστική κοινή σκεπτικός < αρχαία ελληνική σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skep-ye- < *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεπτικόςσκεπτικήσκεπτικό
Γενικήσκεπτικούσκεπτικήςσκεπτικού
Αιτιατικήσκεπτικόσκεπτικήσκεπτικό
Κλητικήσκεπτικέσκεπτικήσκεπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεπτικοίσκεπτικέςσκεπτικά
Γενικήσκεπτικώνσκεπτικώνσκεπτικών
Αιτιατικήσκεπτικούςσκεπτικέςσκεπτικά
Κλητικήσκεπτικοίσκεπτικέςσκεπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →