Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεπός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου σκέπει, φυλάττει και προστατεύει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεπός < σκέπω + -ός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεπόςσκεπήσκεπό
Γενικήσκεπούσκεπήςσκεπού
Αιτιατικήσκεπόσκεπήσκεπό
Κλητικήσκεπέσκεπήσκεπό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεποίσκεπέςσκεπά
Γενικήσκεπώνσκεπώνσκεπών
Αιτιατικήσκεπούςσκεπέςσκεπά
Κλητικήσκεποίσκεπέςσκεπά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →