σκερτσόζικα
•
- με σκερτσόζικο τρόπο, με χάρη Βικιλεξικό
- Μόλις τελείωσε ο καφές, η Ντολόρες σηκώθηκε και μας είπε σκερτσόζικα: «Σας αφήνω να τα πείτε οι δυο σας. Α τουτ α λέρ! Αριβεντέρτσι!» (Δημήτρης Καπετανάκης, Η συμμορία της συγκίνησης: μυθιστόρημα, Βιβλιοθήκη της Εστίας, 2007, σελ. 311)
Ετυμολογία
σκερτσόζικα < σκερτσόζικ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →