σκετς
•
- ολιγόλεπτη θεατρική παράσταση Βικιλεξικό
- απόσπασμα έργου ή σκηνή έργου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκετς < (άμεσο δάνειο) αγγλική sketch < ολλανδική schets < ιταλική schizzo < λατινική schedium < αρχαία ελληνική σχέδιον (αντιδάνειο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →