Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκηνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη σκηνή (θεάτρου κ.λπ.) ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Η σκηνική διευθέτηση είναι παρόμοια και στα δυο έργα εφόσον οι θρήνοι της Ιοκάστης ακολουθούν την ίδια τεχνική της αποσωματοποιημένης φωνής (voice-off) από τα παρασκήνια, όπως οι κραυγές της Κλυταιμνήστρας στο προηγούμενο έργο. (Ιωσήφ Βιβιλάκης, Στέφανος: a tribute to Walter Puchner, 2007, σελ. 1049)
  2. ουσιαστικοποιημένοσκηνικό Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοσκηνικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκηνικός < ελληνιστική κοινή σκηνικός < αρχαία ελληνική σκηνή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκηνικόςσκηνικήσκηνικό
Γενικήσκηνικούσκηνικήςσκηνικού
Αιτιατικήσκηνικόσκηνικήσκηνικό
Κλητικήσκηνικέσκηνικήσκηνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκηνικοίσκηνικέςσκηνικά
Γενικήσκηνικώνσκηνικώνσκηνικών
Αιτιατικήσκηνικούςσκηνικέςσκηνικά
Κλητικήσκηνικοίσκηνικέςσκηνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →