σκηνικός
•
- που έχει σχέση με τη σκηνή (θεάτρου κ.λπ.) ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Η σκηνική διευθέτηση είναι παρόμοια και στα δυο έργα εφόσον οι θρήνοι της Ιοκάστης ακολουθούν την ίδια τεχνική της αποσωματοποιημένης φωνής (voice-off) από τα παρασκήνια, όπως οι κραυγές της Κλυταιμνήστρας στο προηγούμενο έργο. (Ιωσήφ Βιβιλάκης, Στέφανος: a tribute to Walter Puchner, 2007, σελ. 1049)
- ουσιαστικοποιημένοσκηνικό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσκηνικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκηνικός < ελληνιστική κοινή σκηνικός < αρχαία ελληνική σκηνή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκηνικός | σκηνική | σκηνικό |
| Γενική | σκηνικού | σκηνικής | σκηνικού |
| Αιτιατική | σκηνικό | σκηνική | σκηνικό |
| Κλητική | σκηνικέ | σκηνική | σκηνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκηνικοί | σκηνικές | σκηνικά |
| Γενική | σκηνικών | σκηνικών | σκηνικών |
| Αιτιατική | σκηνικούς | σκηνικές | σκηνικά |
| Κλητική | σκηνικοί | σκηνικές | σκηνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →