σκηνογραφικά
•
- από σκηνογραφικής απόψεως, όσον αφορά στον τομέα της σκηνογραφίας Βικιλεξικό
- Κάθε φορά που αναλαμβάνω ή προκαλώ ένα έργο, σκέφτομαι σε ποια «θέση» μπορώ να συνεισφέρω καλύτερα, γιατί το θέαμα είναι πάντα συνεργατικό, και εργάζομαι χρησιμοποιώντας όλες μου τις δυνάμεις. Από εκεί και πέρα, θεμελιωδώς, σκέφτομαι σκηνογραφικά: με ενδιαφέρει εξαιρετικά το πλαίσιο μιας διήγησης, αλλά αυτή είναι μια τοποθέτηση που μπορεί να εφαρμοστεί σχεδόν παντού. (εφ. Ελευθεροτυπία, 10.03.2014)
Ετυμολογία
σκηνογραφικά < σκηνογραφικός + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →