σκηνοπηγία
•
- αρχαιοπρεπέςτο στήσιμο / η εγκατάσταση σκηνών Βικιλεξικό
- θρησκείαμεγάλη ιουδαϊκή εορτή σε ανάμνηση της διαμονής των Ισραηλιτών σε σκηνές στην έρημο μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκηνοπηγία < ελληνιστική κοινή σκηνοπηγία < αρχαία ελληνική σκηνή + πήγνυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκηνοπηγία | σκηνοπηγίες |
| Γενική | σκηνοπηγίας | σκηνοπηγιών |
| Αιτιατική | σκηνοπηγία | σκηνοπηγίες |
| Κλητική | σκηνοπηγία | σκηνοπηγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →