Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκηπτούχος

/sciˈptu.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κρατά σκήπτρο Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοσκηπτούχος: ο βασιλιάς, ο ηγέμονος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκηπτούχος < αρχαία ελληνική σκηπτοῦχος < *σκῆπτον + -ούχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκηπτούχοςσκηπτούχοςσκηπτούχο / σκηπτούχον
Γενικήσκηπτούχου—σκηπτούχου
Αιτιατικήσκηπτούχο—σκηπτούχο
Κλητικήσκηπτούχε—σκηπτούχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκηπτούχοι—σκηπτούχα
Γενικήσκηπτούχων—σκηπτούχων
Αιτιατικήσκηπτούχους—σκηπτούχα
Κλητικήσκηπτούχοι—σκηπτούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →