Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σκήτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκητικός < σκήτη + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκητικόςσκητικήσκητικό
Γενικήσκητικούσκητικήςσκητικού
Αιτιατικήσκητικόσκητικήσκητικό
Κλητικήσκητικέσκητικήσκητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκητικοίσκητικέςσκητικά
Γενικήσκητικώνσκητικώνσκητικών
Αιτιατικήσκητικούςσκητικέςσκητικά
Κλητικήσκητικοίσκητικέςσκητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →