σκητικός
•
- που έχει σχέση με σκήτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκητικός < σκήτη + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκητικός | σκητική | σκητικό |
| Γενική | σκητικού | σκητικής | σκητικού |
| Αιτιατική | σκητικό | σκητική | σκητικό |
| Κλητική | σκητικέ | σκητική | σκητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκητικοί | σκητικές | σκητικά |
| Γενική | σκητικών | σκητικών | σκητικών |
| Αιτιατική | σκητικούς | σκητικές | σκητικά |
| Κλητική | σκητικοί | σκητικές | σκητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →