σκιάζομαι
•
- σκεπάζομαι από μια σκιά Βικιλεξικό
- λαϊκότροποφοβάμαι Βικιλεξικό
- Σκιάζομαι μην την αβασκάνεις. (Αγέλαστη Άνοιξη Μενέλαου Λουντέμη)
Ετυμολογία
σκιάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος σκιάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκιάζομαι | σκιάζεσαι | σκιάζεται | σκιαζόμαστε | σκιάζεστε | σκιάζονται |
| Παρατατικός | σκιαζόμουν / σκιαζόμουνα | σκιαζόσουν / σκιαζόσουνα | σκιαζόταν / σκιαζότανε | σκιαζόμαστε / σκιαζόμασταν | σκιαζόσασταν / σκιαζόσαστε | σκιαζόντουσαν / σκιάζονταν |
| Αόριστος | σκιάστηκα / σκιάχτηκα | σκιάστηκες / σκιάχτηκες | σκιάστηκε / σκιάχτηκε | σκιαστήκαμε / σκιαχτήκαμε | σκιαστήκατε / σκιαχτήκατε | σκιαστήκαν / σκιαστήκανε / σκιάστηκαν / σκιάχτηκαν / σκιαχτήκαν / σκιαχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα σκιαστώ / θα σκιάζομαι / θα σκιαχτώ | θα σκιάζεσαι / θα σκιαστείς / θα σκιαχτείς | θα σκιαστεί / θα σκιάζεται / θα σκιαχτεί | θα σκιαζόμαστε / θα σκιαστούμε / θα σκιαχτούμε | θα σκιαστείτε / θα σκιάζεστε / θα σκιαχτείτε | θα σκιαστούν / θα σκιαστούνε / θα σκιάζονται / θα σκιαχτούν / θα σκιαχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω σκιαστεί / έχω σκιαχτεί | έχεις σκιαστεί / έχεις σκιαχτεί | έχει σκιαστεί / έχει σκιαχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκιαστεί / είχα σκιαχτεί | είχες σκιαστεί / είχες σκιαχτεί | είχε σκιαστεί / είχε σκιαχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να σκιαστώ / να έχω σκιαστεί / να σκιάζομαι / να έχω σκιαχτεί / να σκιαχτώ | να σκιάζεσαι / να έχεις σκιαστεί / να σκιαστείς / να έχεις σκιαχτεί / να σκιαχτείς | να έχει σκιαστεί / να σκιαστεί / να σκιάζεται / να έχει σκιαχτεί / να σκιαχτεί | να σκιαζόμαστε / να σκιαστούμε / να σκιαχτούμε | να σκιαστείτε / να σκιάζεστε / να σκιαχτείτε | να σκιαστούν / να σκιαστούνε / να σκιάζονται / να σκιαχτούν / να σκιαχτούνε |
| Προστακτική | — | σκιάζου / σκιάσου / σκιάξου | — | — | σκιαστείτε / σκιάζεστε / σκιαχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →