σκιάχτρο
•
- ομοίωμα ανθρώπου με τρομακτικά χαρακτηριστικά για να απωθεί τα πτηνά από τις καλλιέργειες Βικιλεξικό
- μεταφορικάο πολύ αδύνατος και ασθενικός άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκιάχτρο < σκιάζω, με θέμα σκιακ- + -τρο με ανόμοιο τρόπο άρθρωσης /kt/ > /xt/
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκιάχτρο | σκιάχτρα |
| Γενική | σκιάχτρου | σκιάχτρων |
| Αιτιατική | σκιάχτρο | σκιάχτρα |
| Κλητική | σκιάχτρο | σκιάχτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →