σκιαγμένος
•
- που τον έχουν σκιάξει. Βικιλεξικό
- Ο Κώστας σήμερα γύρισε απ' το σχολείο του φοβερά σκιαγμένος επειδή ένας συμμαθητής του του είπε: "Κώστα, καπνίζεις. Σ' έχω δει να το κάνεις άπειρες φορές".
Ετυμολογία
σκιαγμένος< μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκιάζω 2 (σημασία: φοβίζω)
Άλλοι τύποι
σκιαγμένασκιαγμένεσκιαγμένεςσκιαγμένησκιαγμένηςσκιαγμένοσκιαγμένοισκιαγμένοςσκιαγμένουσκιαγμένουςσκιαγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →