σκιαγράφηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκιαγραφώ Βικιλεξικό
- Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
Ετυμολογία
σκιαγράφηση < σκιαγραφώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκιαγράφηση | σκιαγραφήσεις |
| Γενική | σκιαγράφησης | σκιαγραφήσεων |
| Αιτιατική | σκιαγράφηση | σκιαγραφήσεις |
| Κλητική | σκιαγράφηση | σκιαγραφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →