Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκιαγράφηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκιαγραφώ Βικιλεξικό
    • Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.

Ετυμολογία

σκιαγράφηση < σκιαγραφώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκιαγράφησησκιαγραφήσεις
Γενικήσκιαγράφησηςσκιαγραφήσεων
Αιτιατικήσκιαγράφησησκιαγραφήσεις
Κλητικήσκιαγράφησησκιαγραφήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →