Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκιανός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κρητικάο ίσκιος, που μας προστατεύει από τον ήλιο· το σκιερό μέρος Βικιλεξικό
    • Τέτοιο ήταν το καλοκαιριάτικο εκείνο σούρουπο του 1990 στο πατρικό μου, στο στενοσόκακο, στην πάροδο Βαλέστρα (σημερινή οδός Στέλιου Μακράκη) της Καινούργιας Χώρας που βγάζει στη θάλασσα. Η ανυπόφορη ζέστη και η οκνηρία έβγαλε την ολιγομελή παρέα των φίλων έξω στο σκιανιό της αυλής, κάτω από την κρεβατίνα και τη μουρνιά, για ν’ απολαύσει το δροσερό θαλασσινό μαϊστράλι που φυσούσε από το μπουγάζι του στενού.
    • Aπό μικιό κοπέλι την εκαμάρωνα τουτηνά την ελιά. Γιατί απόκεια επερνοδιάβαινα να πάω στσ’ αμπασάδες, απού με μπέμπανε οι γονείς μου, πότε για να μεταδέσω τα μαρθιά μας, γη να τα σταλίξω στσοι σκιανιούς τω δεντρώ, απού ήτανε έκεια τριγύρω στο ίδιο σώχωρο τάξε μου απού ήτανε και κείνη, τα καλοκαιρινά μεσημέρια, για να μην είναι στο καταμεσήμερο στον ήλιο.

Ετυμολογία

σκιανός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκιανόςσκιανοί
Γενικήσκιανούσκιανών
Αιτιατικήσκιανόσκιανούς
Κλητικήσκιανέσκιανοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →