σκιρτώ
•
- τρέμω ελαφρά από χαρά, συγκίνηση, έρωτα κ.λπ. Βικιλεξικό
- κουνιέμαι, μετακινούμαι ελαφρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκιρτώ < αρχαία ελληνική σκιρτάω / σκιρτῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kerǝd- (χορεύω, πηδώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκιρτώ | σκιρτείς | σκιρτεί | σκιρτούμε | σκιρτείτε | σκιρτούν / σκιρτούνε |
| Παρατατικός | σκιρτούσα | σκιρτούσες | σκιρτούσε | σκιρτούσαμε | σκιρτούσατε | σκιρτούσαν / σκιρτούσανε |
| Αόριστος | σκίρτησα | σκίρτησες | σκίρτησε | σκιρτήσαμε | σκιρτήσατε | σκίρτησαν / σκιρτήσαν / σκιρτήσανε |
| Μέλλοντας | θα σκιρτήσω / θα σκιρτώ | θα σκιρτήσεις / θα σκιρτείς | θα σκιρτήσει / θα σκιρτεί | θα σκιρτήσουμε / θα σκιρτούμε | θα σκιρτήσετε / θα σκιρτείτε | θα σκιρτήσουν / θα σκιρτήσουνε / θα σκιρτούν / θα σκιρτούνε |
| Παρακείμενος | έχω σκιρτήσει | έχεις σκιρτήσει | έχει σκιρτήσει | έχουμε σκιρτήσει | έχετε σκιρτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκιρτήσει | είχες σκιρτήσει | είχε σκιρτήσει | είχαμε σκιρτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκιρτήσει / να σκιρτήσω / να σκιρτώ | να έχεις σκιρτήσει / να σκιρτήσεις / να σκιρτείς | να έχει σκιρτήσει / να σκιρτήσει / να σκιρτεί | να έχουμε σκιρτήσει / να σκιρτήσουμε / να σκιρτούμε | να έχετε σκιρτήσει / να σκιρτήσετε / να σκιρτείτε | να σκιρτήσουν / να σκιρτήσουνε / να σκιρτούν / να σκιρτούνε |
| Προστακτική | — | σκίρτει / σκίρτησε | — | — | σκιρτήστε / σκιρτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →