σκιτζίδικος
•
- που γίνεται αδέξια, χωρίς εμπειρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκιτζίδικος < σκιτζ(ής) + -ίδικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκιτζίδικος | σκιτζίδικη | σκιτζίδικο |
| Γενική | σκιτζίδικου | σκιτζίδικης | σκιτζίδικου |
| Αιτιατική | σκιτζίδικο | σκιτζίδικη | σκιτζίδικο |
| Κλητική | σκιτζίδικε | σκιτζίδικη | σκιτζίδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκιτζίδικοι | σκιτζίδικες | σκιτζίδικα |
| Γενική | σκιτζίδικων | σκιτζίδικων | σκιτζίδικων |
| Αιτιατική | σκιτζίδικους | σκιτζίδικες | σκιτζίδικα |
| Κλητική | σκιτζίδικοι | σκιτζίδικες | σκιτζίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →