σκλάβα
•
- θηλυκό του σκλάβος Βικιλεξικό
- Οἱ φόνοι καὶ τὰ κρίματα ἔπλεξαν πλοκὸ καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν ψυχὴ νὰ διαβῇ τὸ τρίχινο γεφύρι στὸν Κάτω Κόσμο. Φορτωμένη μὲ χοντρὲς ἁλυσίδες, σκλάβα σέρνεται στοὺς τόπους ποῦ κριμάτισε, θρηνολογεῖ καὶ δέρνεται βαρύγνωμη καὶ ἀλύτρωτη πάντα. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι κουρσάροι, Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
Ετυμολογία
σκλάβα < σκλάβος + κατάληξη θηλυκού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκλάβα | σκλάβες |
| Γενική | σκλάβας | σκλαβών |
| Αιτιατική | σκλάβα | σκλάβες |
| Κλητική | σκλάβα | σκλάβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →