σκλαβάκι
•
- υποκοριστικό του σκλάβος Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόσκλαβάκια: είδος παιδικού ομαδικού παιχνιδιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκλαβάκι < σκλάβ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκλαβάκι | σκλαβάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σκλαβάκι | σκλαβάκια |
| Κλητική | σκλαβάκι | σκλαβάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →