Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκλαβώνω

ρήμα
•
  1. κάνω κάποιον σκλάβο, δούλο, τον υποδουλώνω Βικιλεξικό
  2. υποχρεώνω τους άλλους με την ευγενική μου συμπεριφορά Βικιλεξικό
  3. κρατώ το ενδιαφέρον κάποιου Βικιλεξικό
    • Ἄν εἴχαμε σκοπὸ ν’ ἀκολουθήσουμε καμμιὰ φιλολογικὴ σχολή, οὔτε ὁ δυσκολολόγιστος κλασικισμός, οὔτε ὁ ξεμάλλιαρος φουτουρισμός, οὔτε ὁ συμβολισμὸς ὁ στρυφνός, οὔτε ὁ ρωμαντισμὸς ὁ πολύχρωμος, οὔτε ὁ φωτογραφικὸς ρεαλισμὸς θὰ μᾶς σκλάβωναν. (Δημοσιεύτηκε χωρίς υπογραφή, αποδίδεται στον έναν εκ των ιδρυτών του περιοδικού, Δημητρό Ζαχαριάδη, Ἀφορμές, ἀντὶ γιὰ πρόγραμμα, σελ. 1-3 από το τεύχος 1 (1911) του περιοδικού «Γράμματα»)

Ετυμολογία

σκλαβώνω < σκλάβος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσκλαβώνωσκλαβώνειςσκλαβώνεισκλαβώνουμεσκλαβώνετεσκλαβώνουν / σκλαβώνουνε
Παρατατικόςσκλάβωνασκλάβωνεςσκλάβωνεσκλαβώναμεσκλαβώνατεσκλάβωναν / σκλαβώναν / σκλαβώνανε
Αόριστοςσκλάβωσασκλάβωσεςσκλάβωσεσκλαβώσαμεσκλαβώσατεσκλάβωσαν / σκλαβώσαν / σκλαβώσανε
Μέλλονταςθα σκλαβώνω / θα σκλαβώσωθα σκλαβώνεις / θα σκλαβώσειςθα σκλαβώνει / θα σκλαβώσειθα σκλαβώνουμε / θα σκλαβώσουμεθα σκλαβώνετε / θα σκλαβώσετεθα σκλαβώνουν / θα σκλαβώνουνε / θα σκλαβώσουν / θα σκλαβώσουνε
Παρακείμενοςέχω σκλαβώσειέχεις σκλαβώσειέχει σκλαβώσειέχουμε σκλαβώσειέχετε σκλαβώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σκλαβώσειείχες σκλαβώσειείχε σκλαβώσειείχαμε σκλαβώσει——
Υποτακτικήνα έχω σκλαβώσει / να σκλαβώνω / να σκλαβώσωνα έχεις σκλαβώσει / να σκλαβώνεις / να σκλαβώσειςνα έχει σκλαβώσει / να σκλαβώνει / να σκλαβώσεινα έχουμε σκλαβώσει / να σκλαβώνουμε / να σκλαβώσουμενα έχετε σκλαβώσει / να σκλαβώνετε / να σκλαβώσετενα σκλαβώνουν / να σκλαβώνουνε / να σκλαβώσουν / να σκλαβώσουνε
Προστακτική—σκλάβωνε / σκλάβωσε——σκλαβώνετε / σκλαβώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →