σκληροπυρηνικός
•
- για πρόσωποπου ανήκει στον σκληρό πυρήνα οργάνωσης, κόμματος κ.τ.λ και δεν δέχεται την παραμικρή απόκλιση από τις επίσημες θέσεις αυτής της οργάνωσης Βικιλεξικό
- αδιάλλακτος Βικιλεξικό
- έχει σκληροπυρηνικές απόψεις
Ετυμολογία
σκληροπυρηνικός < σκληρός + πυρήνας + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκληροπυρηνικός | σκληροπυρηνική | σκληροπυρηνικό |
| Γενική | σκληροπυρηνικού | σκληροπυρηνικής | σκληροπυρηνικού |
| Αιτιατική | σκληροπυρηνικό | σκληροπυρηνική | σκληροπυρηνικό |
| Κλητική | σκληροπυρηνικέ | σκληροπυρηνική | σκληροπυρηνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκληροπυρηνικοί | σκληροπυρηνικές | σκληροπυρηνικά |
| Γενική | σκληροπυρηνικών | σκληροπυρηνικών | σκληροπυρηνικών |
| Αιτιατική | σκληροπυρηνικούς | σκληροπυρηνικές | σκληροπυρηνικά |
| Κλητική | σκληροπυρηνικοί | σκληροπυρηνικές | σκληροπυρηνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →