Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκληρότητα

/skliˈɾo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του σκληρού Βικιλεξικό
    • Η σκληρότητα νερού είναι η περιεκτικότητά του σε άλατα.
  2. μεταφορικάη ιδιότητα του σκληρού Βικιλεξικό
    • δεν είμαι φτιαγμένος για νταβατζής. Το νταβατζιλίκι απαιτεί μια σκληρότητα, κι είμαι σκληρός, αλλά απαιτεί και έλλειψη ευαισθησίας, κι είμαι ευαίσθητος. (Βασίλης Βασιλικός, Εσύ κι εγώ ερωτικοί διάλογοι, εκδ. Νέα Σύνορα, 2000, σελ. 73)

Ετυμολογία

σκληρότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκληρότης από την αιτιατική ενικού «τὴν σκληρότητα»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκληρότητασκληρότητες
Γενικήσκληρότηταςσκληροτήτων
Αιτιατικήσκληρότητασκληρότητες
Κλητικήσκληρότητασκληρότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →