Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκνίπα

/ˈskni.pa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έντομοκοινή ονομασία για έντομα που μοιάζουν με κουνούπι και ανήκουν σε οικογένειες δίπτερων Βικιλεξικό
    • Κοργιοί, κουνούπια, σκνῖπες, ψύλλοι καὶ μερμήγκοι, / Νά σε τσιμποῦν φρικτὰ καὶ νά σε διαολίζουν
  2. μεταφορικάμεθυσμένος Βικιλεξικό
    • στη φράση: είμαι σκνίπα στο μεθύσι

Ετυμολογία

σκνίπα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκνίψ (αρσενικό) από την αιτιατική «τόν σκνῖπα» και μεταπλασμό σε θηλυκό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκνίπασκνίπες
Γενικήσκνίπαςσκνιπών
Αιτιατικήσκνίπασκνίπες
Κλητικήσκνίπασκνίπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →