σκνίπα
•
- έντομοκοινή ονομασία για έντομα που μοιάζουν με κουνούπι και ανήκουν σε οικογένειες δίπτερων Βικιλεξικό
- Κοργιοί, κουνούπια, σκνῖπες, ψύλλοι καὶ μερμήγκοι, / Νά σε τσιμποῦν φρικτὰ καὶ νά σε διαολίζουν
- μεταφορικάμεθυσμένος Βικιλεξικό
- στη φράση: είμαι σκνίπα στο μεθύσι
Ετυμολογία
σκνίπα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκνίψ (αρσενικό) από την αιτιατική «τόν σκνῖπα» και μεταπλασμό σε θηλυκό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκνίπα | σκνίπες |
| Γενική | σκνίπας | σκνιπών |
| Αιτιατική | σκνίπα | σκνίπες |
| Κλητική | σκνίπα | σκνίπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →