σκολιός
•
- αρχαιοπρεπέςστραβός Βικιλεξικό
- Ο Γαλατάς είνε το άστυ της Κωνσταντινούπολης. Όλοι σχεδόν οι δρόμοι είνε στενοί και σκολιοί, έχοντες εκατέρωθεν οινοπωλεία, ζαχαροπωλεία, κουρεία, κρεοπωλεία, ελληνικά και αρμένικα καφενεία, καταστήματα εμπορικά, εργαστήρια και παραπήγματα.
- λόγιοδύστροπος Βικιλεξικό
- στην έκφραση σκολιά οδός
Ετυμολογία
σκολιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκολιός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκολιός | σκολιά | σκολιό |
| Γενική | σκολιού | σκολιάς | σκολιού |
| Αιτιατική | σκολιό | σκολιά | σκολιό |
| Κλητική | σκολιέ | σκολιά | σκολιό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκολιοί | σκολιές | σκολιά |
| Γενική | σκολιών | σκολιών | σκολιών |
| Αιτιατική | σκολιούς | σκολιές | σκολιά |
| Κλητική | σκολιοί | σκολιές | σκολιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →