σκονάκι
•
- δόση φαρμάκου ή ναρκωτικού σε σκόνη Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο χαρτάκι που περιέχει την αντίστοιχη δόση Βικιλεξικό
- οικείομικρό χαρτάκι που περιέχει πληροφορίες οι οποίες πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για αντιγραφή σε εξετάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκονάκι < σκόνη + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκονάκι | σκονάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σκονάκι | σκονάκια |
| Κλητική | σκονάκι | σκονάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →