σκοπευτικός
•
- που έχει σχέση με σκόπευση ή σκοπευτή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκοπευτικός < σκοπευτής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκοπευτικός | σκοπευτική | σκοπευτικό |
| Γενική | σκοπευτικού | σκοπευτικής | σκοπευτικού |
| Αιτιατική | σκοπευτικό | σκοπευτική | σκοπευτικό |
| Κλητική | σκοπευτικέ | σκοπευτική | σκοπευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκοπευτικοί | σκοπευτικές | σκοπευτικά |
| Γενική | σκοπευτικών | σκοπευτικών | σκοπευτικών |
| Αιτιατική | σκοπευτικούς | σκοπευτικές | σκοπευτικά |
| Κλητική | σκοπευτικοί | σκοπευτικές | σκοπευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →