Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκοπευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σκόπευση ή σκοπευτή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκοπευτικός < σκοπευτής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκοπευτικόςσκοπευτικήσκοπευτικό
Γενικήσκοπευτικούσκοπευτικήςσκοπευτικού
Αιτιατικήσκοπευτικόσκοπευτικήσκοπευτικό
Κλητικήσκοπευτικέσκοπευτικήσκοπευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκοπευτικοίσκοπευτικέςσκοπευτικά
Γενικήσκοπευτικώνσκοπευτικώνσκοπευτικών
Αιτιατικήσκοπευτικούςσκοπευτικέςσκοπευτικά
Κλητικήσκοπευτικοίσκοπευτικέςσκοπευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →